Επιλέξτε τη γλώσσα σας

Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία καὶ Δοξολογία γιὰ τὶς ἐθνικὲς ἑορτὲς Ἑλλάδος καὶ Αὐστρίας στὸν Ἱερὸ Καθεδρικὸ Ναὸ Ἁγίας Τριάδος Βιέννης
Τὴν ΣΤ΄ Κυριακὴ τοῦ Λουκᾶ, 25 Ὀκτωβρίου 2026, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αὐστρίας καὶ Ἔξαρχος Οὑγγαρίας κ. Ἀρσένιος προεξῆρχε τῆς Ἀρχιερατικῆς Θείας Λειτουργίας στὸν Ἱερὸ Καθεδρικὸ Ναὸ Ἁγίας Τριάδος Βιέννης. Συλλειτούργησαν ὁ Ἀρχιερατικὸς Ἐπίτροπος καὶ Πρωτοπρεσβύτερος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Ἰωάννης Νικολίτσης, ὁ Σταυροφόρος Οἰκονόμος Ἀριστείδης Γανώσης καὶ ὁ Πρεσβύτερος Radu Trandafir. Μετὰ τὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας τελέσθηκε Δοξολογία γιὰ τὶς ἐθνικὲς ἑορτὲς τῆς Ἑλλάδος, τῆς 28ης Ὀκτωβρίου, καὶ τῆς Αὐστρίας, τῆς 26ης Ὀκτωβρίου, καὶ ὁ Πρέσβης τῆς Ἑλλάδος στὴν Αὐστρία κ. Γεώργιος Ἠλιόπουλος ἐκφώνησε τὸν ἑόρτιο λόγο. Ἀκολούθως τελέσθηκε Τρισάγιο στὸ Κοιμητήριο Sankt Marx, ὅπου πραγματοποιήθηκε ἡ καθιερωμένη κατάθεση στεφάνων ἐκ μέρους φορέων τῆς ἑλληνικῆς παροικίας τῆς Βιέννης.
Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος : Τριάντα πέντε ἔτη Πατριαρχίας, προσφορᾶς καὶ θυσιαστικῆς ἀγάπης.
Ἐπὶ τριάντα πέντε ἔτη ἡ Α.Θ.Π. ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης σηκώνει μὲ πίστη καὶ ὑπομονὴ τὸν Σταυρὸ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἑνότητα, καλλιεργεῖ τὴν εἰρήνη, ἀγκαλιάζει μὲ πατρικὴ στοργὴ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὑπενθυμίζει στὸν κόσμο τὴν ἱερότητα τῆς δημιουργίας. Πίσω ἀπὸ κάθε προσπάθειά του διακρίνεται ἡ καρδία τοῦ ποιμένος ποὺ ἔμαθε νὰ μετατρέπει τὴν ἀγωνία σὲ προσευχὴ καὶ τὴν εὐθύνη σὲ ἀγάπη. Ὡς ἄνθρωποι ἀναγνωρίζομε τοὺς κόπους του ἀλλὰ τὰ βάρη ποὺ καθημερινὰ φέρει γνωρίζει μόνον ὁ Θεός. Ἡ σιωπηλὴ προσευχή του σὲ κάθε περίσταση ξεπερνᾷ σέ δύναμη κάθε ἠχηρὸ λόγο καὶ ἀποφέρει πλούσιες δωρεές, εὐκλεεῖς καρποὺς τῆς θερμῆς πίστεως στὸν Πανάγαθο Θεό.
Τρισαρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου Ἐπανωσήφη καὶ Ἀρχιερατικὸ Τρισάγιο εἰς μνήμην τοῦ Μητροπολίτου Αὐστρίας κυροῦ Μιχαήλ
Τὴν Κυριακή, 18 Ὀκτωβρίου 2026, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αὐστρίας καὶ Ἔξαρχος Οὑγγαρίας κ. Ἀρσένιος προεξῆρχε τῆς Τρισαρχιερατικῆς Θείας Λειτουργίας τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Λουκᾶ στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου Ἐπανωσήφη, τὴ Μονὴ τῆς μετανοίας του, κατόπιν κανονικῆς ἀδείας τοῦ οἰκείου Ποιμενάρχου, Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης κ. Εὐγενίου. Μὲ τὸν Σεβασμιώτατο συλλειτούργησαν ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Ἀπαμείας κ. Παΐσιος, ἐπίσης ἀδελφὸς τῆς Μονῆς, καὶ ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Ἀρίστης κ. Μάξιμος. Τοὺς Ἀρχιερεῖς συνόδευσαν λειτουργικὰ ὁ Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀρχιμανδρίτης Βαρθολομαῖος Βογιατζόγλου, ὁ Καθηγούμενος τῆς Μονῆς Ἀρχιμανδρίτης Διονύσιος Κασιμάτης, πατέρες τῆς Μονῆς καὶ ὁ Ἀρχιερατικὸς Ἐπίτροπος Αὐστρίας Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Νικολίτσης.
Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία στὴν πανηγυρίζουσα Ἐνορία Ἁγίας Παρασκευῆς τῆς Ἐπιβατηνῆς στὸ Wiener Neustadt
Τὴν Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, 11 Ὀκτωβρίου 2026, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αὐστρίας καὶ Ἔξαρχος Οὑγγαρίας κ. Ἀρσένιος προεξῆρχε τῆς Ἀρχιερατικῆς Θείας Λειτουργίας στὴν πανηγυρίζουσα Ἐνορία Ἁγίας Παρασκευῆς τῆς Ἐπιβατηνῆς στὸ Wiener Neustadt. Μαζί του συλλειτούργησαν ὁ Προϊστάμενος τῆς Ἐνορίας Πρεσβύτερος Marian Tosu καὶ ὁ Διάκονος Ἰάκωβος Feresuaru. Ἔψαλε βυζαντινὰ ἡ Χορωδία τοῦ Ὁσίου Νεκταρίου τοῦ Πρωτοψάλτου, ὑπὸ τὴ διεύθυνση τοῦ Διακόνου Σαββίνου Preda. Ὁ Σεβασμιώτατος προσκόμισε πρὸς προσκύνηση ἀπότμημα τῆς τιμίας δεξιᾶς χειρὸς τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καὶ Πρωτοκλήτου Ἀνδρέου, τὸν ὁποῖο ἡ ἐν Ρουμανίᾳ Ἐκκλησία τιμᾷ ὡς ἱδρυτὴ καὶ προστάτη ἅγιό της.
13η Πανορθόδοξη Συνάντηση Νεολαίας στὴ Βιέννη μὲ θέμα «Τὰ Μυστήρια – ὁ δρόμος μας πρὸς τὸν ἁγιασμό»
Τὸ Σάββατο, 10 Ὀκτωβρίου 2026, πραγματοποιήθηκε στὴ Βιέννη ἡ 13η Πανορθόδοξη Συνάντηση Νεολαίας στὴν Αὐστρία, μὲ θέμα «Τὰ Μυστήρια – ὁ δρόμος μας πρὸς τὸν ἁγιασμό». Τὴ Συνάντηση, ὕστερα ἀπὸ πρόσκληση τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αὐστρίας καὶ Ἐξάρχου Οὑγγαρίας κ. Ἀρσενίου, Προέδρου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐπισκοπικῆς Συνελεύσεως Αὐστρίας, διοργάνωσε ἡ Ὀρθόδοξη Σχολικὴ Ὑπηρεσία μὲ τοὺς Ἐπιθεωρητὲς τοῦ μαθήματος τῶν Ὀρθοδόξων Θρησκευτικῶν Ἀρχιμανδρίτη Ἠλία Παπαδόπουλο καὶ Branislav Djukarić, τὸν Πρωτοπρεσβύτερο Emanuel Nutu, ἐπικεφαλῆς τῆς ὀργανωτικῆς ἐπιτροπῆς ἐθελοντῶν, καὶ τοὺς καθηγητὲς τοῦ μαθήματος τῶν Ὀρθοδόξων Θρησκευτικῶν.

Ἀριθμ. Πρωτ. 738

† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ
ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Συνεπληρώθησαν ἤδη εἰκοσιεννέα ἔτη ἀπό τῆς καθιερώσεως ὑπό τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, τῆς ἑορτῆς τῆς Ἰνδίκτου ὡς «Ἡμέρας Προστασίας τοῦ περιβάλλοντος». Καθ᾿ ὅλον αὐτό τό διάστημα τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ὑπῆρξεν ἐμπνευστής καί πρωταγωνιστής ποικίλων δράσεων, αἱ ὁποῖαι ἐκαρποφόρησαν πλουσίως καί ἀνέδειξαν τό οἰκολογικόν πνευματικόν δυναμικόν τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν παραδόσεως.

 

Αἱ οἰκολογικαί πρωτοβουλίαι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀπετέλεσαν ἔναυσμα διά τήν θεολογίαν, διά νά ἀναδείξῃ τάς οἰκοφιλικάς ἀρχάς τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας καί κοσμολογίας καί νά προβάλῃ τήν ἀλήθειαν ὅτι οὐδέν ὅραμα διά τήν πορείαν τῆς ἀνθρωπότητος ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἔχει ἀξίαν, ἐάν δέν περιλαμβάνῃ καί τήν προσδοκίαν ἑνός κόσμου, ὁ ὁποῖος θά λειτουργῇ ὡς πραγματικός «οἶκος» τοῦ ἀνθρώπου, εἰς μίαν ἐποχήν κατά τήν ὁποίαν ἡ συνεχῶς διογκουμένη ἀπειλή κατά τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος κυοφορεῖ μίαν παγκόσμιον οἰκολογικήν καταστροφήν. Ἡ ἐξέλιξις αὕτη εἶναι ἡ συνέπεια μιᾶς συγκεκρι-μένης ἐπιλογῆς τρόπου οἰκονομικῆς, τεχνολογικῆς καί κοινωνικῆς ἀναπτύξεως, ἡ ὁποία δέν σέβεται οὔτε τήν ἀξίαν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, οὔτε τήν ἱερότητα τῆς φύσεως. Εἶναι ἀδύνατον νά ἐνδιαφερώμεθα πραγματικῶς διά τό ἀνθρώπινον πρόσωπον καί ταυτοχρόνως νά καταστρέφωμεν τό φυσικόν περιβάλλον, τήν βάσιν τῆς ζωῆς, κατ᾿ οὐσίαν δηλαδή νά ὑπονομεύωμεν τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος.

Παρά τό γεγονός ὅτι δέν θεωροῦμεν ὀρθόν νά κρίνωμεν τόν νεωτερικόν πολιτισμόν ἐπί τῇ βάσει «ἁμαρτολογικῶν κριτηρίων», ἐπιθυμοῦμεν νά ὑπογραμμίσωμεν ὅτι ἡ καταστροφή τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος εἰς τήν ἐποχήν μας συνδέεται μέ τήν ἀλαζονείαν τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τῆς φύσεως καί τήν ἐξουσιαστικήν σχέσιν του πρός αὐτήν, καθώς καί μέ τό εὐδαιμονιστικόν πρότυπον τοῦ «πολλῶν δεῖσθαι» ὡς γενικῆς στάσεως ζωῆς. Ὅσον λανθασμένον εἶναι τό νά πιστεύωμεν ὅτι εἰς τό παρελθόν ὅλα ἦσαν καλλίτερα, τόσον ἄτοπον εἶναι νά κλείωμεν τά ὄμματα ἐνώπιον ὅσων συμβαίνουν σήμερον. Δέν ἀνήκει τό μέλλον εἰς τόν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀναζητεῖ ἀκαταπαύστως τεχνητάς ἀπολαύσεις καί νέας ἱκανοποιήσεις, ὁ ὁποῖος ζῇ διά τόν ἑαυτόν του καί ἀγνοεῖ τόν πλησίον, εἰς τόν ἄνθρωπον τῆς προκλητικῆς σπατάλης, οὔτε εἰς τόν ἀδικητήν καί ἐκμεταλλευτήν τῶν ἀδυνάτων. Τό μέλλον ἀνήκει εἰς τήν δικαιοσύνην καί τήν ἀγάπην, εἰς τόν μετοχικόν πολιτισμόν τῆς ἀλληλεγγύης καί τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἀκεραιότητος τῆς δημιουργίας.

Τοιοῦτον ἦθος καί τοιοῦτος πολιτισμός διασώζεται εἰς τήν θεανθρωπίνην ἐκκλησια-στικήν παράδοσιν τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἰς τήν μυστηριακήν καί λατρευτικήν ζωήν τῆς Ἐκκλη-σίας βιοῦται καί ἐκφράζεται ἡ εὐχαριστιακή θεώρησις, νοηματοδότησις καί χρῆσις τῆς δημιουργίας. Αὐτή ἡ σχέσις μέ τόν κόσμον εἶναι ἀσύμβατος μέ κάθε εἴδους ἐσωστρέφειαν καί ἀδιαφορίαν διά τήν πλάσιν, μέ κάθε μορφῆς δυϊσμόν πνεύματος καί ὕλης καί ὑποτίμησιν τῆς ὑλικῆς πραγματικότητος. Τοὐναντίον, ἡ εὐχαριστιακή ἐμπειρία εὐαισθητοποιεῖ καί κινητοποιεῖ τόν πιστόν εἰς οἰκοφιλικήν δρᾶσιν ἐν τῷ κόσμῳ. Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὑπεγράμμισεν ὅτι εἰς τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας «καταφάσκεται ἡ δημιουργία καί ὁ ἄνθρωπος ἐνδυναμώνεται διά νά λειτουργῇ ὡς οἰκονόμος, φύλαξ καί "ἱερεύς" αὐτῆς, προσάγων ταύτην δοξολογικῶς τῷ Δημιουργῷ» (Ἐγκύκλιος, §14). Κάθε εἴδους κατάχρησις καί καταστροφή τῆς κτίσεως καί ἡ μετατροπή της εἰς ἀντικείμενον πρός ἐκμετάλλευσιν ἀποτελεῖ διαστρέβλωσιν τοῦ πνεύματος τοῦ χριστια-νικοῦ Εὐαγγελίου. Δέν εἶναι διόλου τυχαῖον, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἡ «οἰκολογική μορφή» τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία διέσωσε τήν Θείαν Εὐχαριστίαν ὡς πυρῆνα τῆς ζωῆς της.

Συνεπῶς, ἡ οἰκολογική δραστηριοποίησις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου δέν ἀνε-πτύχθη ἁπλῶς ὡς ἀντίδρασις εἰς τήν σύγχρονον πρωτοφανῆ οἰκολογικήν κρίσιν, δέν ἐδημιουργήθη ἀπό αὐτήν, ἀλλά ἀποτελεῖ ἔκφρασιν τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, προέκτασιν τοῦ εὐχαριστιακοῦ ἤθους εἰς τήν σχέσιν τοῦ πιστοῦ μέ τήν φύσιν. Αὐτή ἡ ἐγγενής οἰκολογική συνείδησις τῆς Ἐκκλησίας ἐξεδηλώθη εὐθαρσῶς καί εὐστόχως ἐν ὄψει τῶν συγχρόνων ἀπειλῶν κατά τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. Ἡ ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι βιωμένη οἰκολογία, ἔμπρακτος καί ἀκατάλυτος σεβασμός τῆς κτίσεως. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι γεγονός κοινωνίας, νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου, κατά τῆς αὐτοδικαιώσεως καί τοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ, ἀπό τά ὁποῖα ἐκπορεύεται ἡ καταστροφή τοῦ περιβάλλοντος. Ὁ Ὀρθόδο-ξος πιστός εἶναι ἀδύνατον νά παραμένῃ ἀδιάφορος ἔναντι τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως. Ἡ μέριμνα καί ἡ φροντίς διά τήν πλάσιν εἶναι συνέπεια καί ἔκφρασις τῆς πίστεως καί τοῦ εὐχαριστιακοῦ ἤθους του.

Εἶναι προφανές ὅτι διά τήν ἀποτελεσματικήν συμβολήν εἰς τήν ἀντιμετώπισιν τῶν οἰκολογικῶν προβλημάτων ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νά τά γνωρίζῃ καί νά τά μελετᾷ. Γνωρίζομεν ἅπαντες ὅτι ἡ μεγαλυτέρα ἀπειλή διά τό περιβάλλον καί τήν ἀνθρωπότητα εἶναι σήμερον ἡ κλιματική ἀλλαγή καί αἱ καταστροφικαί ἐπιπτώσεις της δι᾿ αὐτήν ταύτην τήν ζωήν ἐπί τῆς γῆς. Αὐτή ἡ θεματική ἐκυριάρχησε καί κατά τό ἕνατον οἰκολογικόν Συμπόσιον, τό ὁποῖον διωργάνωσε τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον τόν παρελθόντα Ἰούνιον εἰς τάς νήσους τοῦ Σαρωνικοῦ Σπέτσες καί Ὕδραν, μέ τίτλον «Γιά μιά πιό πράσινη Ἀττική. Διασώζοντας τόν πλανήτη καί προστατεύοντας τούς κατοίκους του». Δυστυχῶς, ἡ πρόσφατος καταστροφική πυρκαϊά εἰς τήν Ἀττικήν καί αἱ ἀναμενόμεναι συνέπειαι τῆς προκληθείσης μεγάλης περι-βαλλοντικῆς καταστροφῆς ἀποτελοῦν τραγικήν ἐπιβεβαίωσιν τῶν θέσεων τῶν συνέδρων διά τήν σοβαρότητα τῆς οἰκολογικῆς ἀπειλῆς.

Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Ὁ οἰκολογικός πολιτισμός τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἡ ὑλοποίησις τοῦ εὐχαριστιακοῦ ὁράματος τῆς δημιουργίας, τό ὁποῖον συμπυκνοῦται καί ἐκφράζεται εἰς τήν συνολικήν λειτουργίαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Αὐτό εἶναι τό αἰώνιον μήνυμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλη-σίας εἰς τό θέμα τῆς οἰκολογίας. Ἡ Ἐκκλησία λέγει καί κηρύττει «ἀεί ταὐτά» καί «περί τῶν αὐτῶν», συμφώνως καί πρός τά ἀνυπέρβλητα λόγια τοῦ Ἱδρυτοῦ καί κεφαλῆς αὐτῆς: «ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δέ λόγοι μου οὐ μή παρέλθωσι» (Λουκ. κα’, 33). Στοιχοῦσα τῷ πνεύματι τούτῳ, ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία καλεῖ τάς ἀνά τήν οἰκουμένην Ἀρχιεπισκοπάς καί Μητροπόλεις αὐτῆς, τάς ἐνορίας καί τάς ἱεράς Μονάς, νά ἀναπτύξουν πρωτοβουλίας καί συντονισμένας δράσεις, προγράμματα περιβαλλοντικῆς εὐαισθητοποιή-σεως, νά ὀργανώσουν συνέδρια καί ὁμιλίας, ὥστε οἱ πιστοί νά συνειδητοποιήσουν ὅτι ἡ προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος εἶναι πνευματική εὐθύνη ἑκάστου ἐξ ἡμῶν. Τό φλέγον θέμα τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς, τά αἴτια καί αἱ ἐπιπτώσεις του διά τόν πλανήτην καί τήν καθημερινότητα τῶν ἀνθρώπων ἀποτελοῦν εὐκαιρίαν διά προσεγγίσεις καί συζητήσεις ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς θεολογικῆς οἰκολογίας καί διά συγκεκριμένας πρακτικάς παρεμβάσεις. Εἶναι ζωτικῆς σημασίας νά δοθῇ ἔμφασις εἰς τήν δρᾶσιν εἰς τοπικόν ἐπίπεδον. Ἡ ἐνορία ἀποτελεῖ τό κύτταρον τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, χῶρον προσωπικῆς παρουσίας καί μαρτυρίας, ἐπικοινωνίας καί συνεργασίας, λειτουργικήν καί διακονικήν κοινότητα.

Ἰδιαιτέρα μέριμνα πρέπει νά ἐπιδειχθῇ διά τήν ὀργάνωσιν τῆς ἐν Χριστῷ διαπαιδαγω-γήσεως τῆς νέας γενεᾶς, ὥστε νά καλλιεργῆται εἰς αὐτήν τό οἰκολογικόν ἦθος. Ἡ ἐκκλησιαστική κατήχησις πρέπει νά ἐνσταλάζῃ εἰς τήν ψυχήν τῶν παιδίων καί τῶν νέων τόν σεβασμόν πρός τήν «καλήν λίαν» πλᾶσιν, κίνητρα διά δραστηριοποίησιν εἰς τήν προστασίαν τοῦ περιβάλλοντος καί τήν ἐλευθεροποιόν ἀλήθειαν τῆς ἁπλότητος, καί τῆς λιτότητος καί τοῦ ἀσκητικοῦ ἤθους, τοῦ μετοχικοῦ τρόπου τοῦ βίου καί τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης. Εἶναι ἀπαραίτητον, οἱ νέοι νά κατανοήσουν τήν εὐθύνην των διά τήν ἐφαρμογήν ἐν τῇ πράξει τῶν οἰκολογικῶν συνεπειῶν τῆς πίστεώς μας, νά γνωρίσουν καί νά γνωστοποιήσουν τήν καθορι-στικήν συμβολήν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς προστασίας τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος.

Περαίνοντες τόν λόγον, εὐχόμεθα πᾶσιν ὑμῖν εὐλογημένον ἐκκλησιαστικόν ἔτος καί δαψιλῆ καρποφορίαν τῶν πνευματικῶν ὑμῶν ἀγώνων, ἐπικαλούμεθα δέ ἐφ᾿ ὑμᾶς τήν ζωηφόρον χάριν καί τό ἀμέτρητον ἔλεος τοῦ πανδώρου Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀρχηγοῦ καί τελειωτοῦ τῆς πίστεως ἡμῶν, πρεσβείαις τῆς Παναγίας τῆς Παμμακαρίστου, ἧς τήν τιμίαν εἰκόνα, τό σεπτόν κειμήλιον τοῦ Γένους, ἑορτίως, εὐσεβο-φρόνως καί ἐν ταπεινώσει σήμερον κατασπαζόμεθα.

,βιη’ Σεπτεμβρίου α’

Ὁ Κωνσταντινουπόλεως

διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν